Πληροφορίες Συγγραφέα

Σταύρος Κυριακόπουλος
Σταύρος Κυριακόπουλος
Αρκετά χρόνια αναγνώστης, άρχισα να ασχολούμαι πιο δημιουργικά πρώτα με στίχους κι έπειτα με το πεζό, κυρίως με ιστορικά και πολιτικά/κοινωνικά θέματα.

Έργα του Συγγραφέα

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ
Αξίζει;
Ο Λάμπρος ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια, αλλά τίποτα δεν έμοιαζε με το δωμάτιό του. Τι ώρα να ‘ταν; Ο κόκορας λάλησε; Όχι, σίγουρα δεν είχε λαλήσει ακόμη. Μεμιάς, εικόνες από το περασμένο βράδυ άρχισαν να έρχονται μπροστά του. Τρόμαξε, δεν έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο.
Γύρισε όσο πιο ήσυχα μπορούσε και κοίταξε στην άλλη πλευρά του κρεβατιού. Η κυρα-Κατερίνα κοιμόταν με ανακατωμένα μαλλιά και κάτω από το σκέπασμα φαινόταν το σχήμα του κορμιού της. Μπήκε στον πειρασμό, και ανασήκωσε το σκέπασμα. Σαν την είδε γυμνή, ήταν σίγουρος για όλα όσα έρχονταν στο μυαλό του. Σηκώθηκε ταραγμένος και κοίταξε γύρω του. Βρήκε τα ρούχα του και ντύθηκε στο άψε-σβήσε. Βγήκε από το σπίτι στην αυλή όσο πιο σιγά μπορούσε. Στην αρχή σκέφτηκε να ανέβει στο σπίτι του, εκεί όμως η συνάντηση θα ήταν αναπόφευκτη. Και πού δε θα ‘ταν; Ο μόνος τρόπος να μη συναντηθούν ήταν να φύγει. Έτριψε τα μάτια του. Δεν μπορούσε να εξαφανιστεί, το μόνο που μπορούσε ήταν να πάρει λίγο χρόνο. Έφυγε αμέσως για το μαγαζί του.
Όταν βγήκε στο δρόμο, δε θα ‘ταν πολύ μετά τις έξι. Βιάστηκε να κατέβει το δρόμο του σπιτιού κι έστριψε στο επόμενο σοκάκι δεξιά. Η μύτη πλημμύρισε μυρωδιά. Εκεί ήταν ο φούρνος του κυρ-Τάσου που πρωί-πρωί ξεφούρνιζε. Μπήκε μέσα και πήρε ένα καυτό ακόμη μικρό καρβέλι. «Ας μη μας πιάνει πανικός, σκέφτηκε, όλα είναι υπό έλεγχο» κι αμέσως γέλασε με τον εαυτό του.
Άνοιξε το μαγαζί. Κάθισε στην καρέκλα του κι έκοψε ένα κομμάτι από καρβελάκι του. Αμέσως άχνισε ο αέρας γύρω. Όλη αυτή η κατάσταση του είχε ανοίξει την όρεξη. Σε λίγο, από το ψωμί υπήρχαν μόνο μερικά ψίχουλα πάνω στο γραφείο. Τα μάζεψε στη χούφτα του και βγήκε να τινάξει τα χέρια του.
-Ωπ! Τι κάνεις εσύ εδώ; Από τώρα; ρώτησε ξαφνιασμένος ο Φάνης.
-Ναι, δεν είχα ύπνο…
-Άσε τα αυτά σε μένα! Πάω να ανάψω τα καμίνια να ζεσταίνονται κι έρχομαι να μου τα πεις!
Ο Λάμπρος δεν ήξερε από πού να αρχίσει. Τελικά, πρώτα ρώτησε το φίλο του τι είχε γίνει μέχρι να μείνει μόνος του με την κυρα-Κατερίνα. Μετά του αποκάλυψε όσα θυμόταν.
-Ωραία, φίλε μου! Μια χαρά σε βρίσκω! Δεν καταλαβαίνω γιατί είσαι τόσος ταραγμένος…
-Πλάκα μου κάνεις; Η κυρα-Κατερίνα είναι η σπιτονοικοκυρά μου! Έχει κάτι λιγότερο μάλλον από τα διπλά μου χρόνια!
-Αυτό δεν το ξέρω, θα το ξέρει όμως στα σίγουρα ο Κωστάνταρος, απάντησε κι ένα πονηρό γελάκι φάνηκε κάτω από το στριμμένο του μουστάκι.
-Ρε Φάνη, έλα και μη με κοροϊδεύεις!
-Δε σε κοροϊδεύω καθόλου! Ίσα-ίσα που σε ζηλεύω και λίγο. Εγώ πάλι μόνος μου κοιμήθηκα ως το πρωί. Εκτός κι αν η κυρα-Κατερίνα ήταν τόσο κακή…
-Τώρα αν σου πω ότι δε θυμάμαι, θα με πιστέψεις; Μεταξύ μας, καλή πιστεύω θα ‘ταν… αποκρίθηκε και φάνηκαν το κάτασπρο χαμόγελο ανάμεσα στα μαύρα μουστάκια και γένια.
-Ε, βέβαια, έχει κάτι καπούλια η κυρα-Κατερίνα… Για πες και τίποτ’ άλλο!
-Συγκεντρώσου!
-Καλά, συγνώμη! Δεν κατάλαβα ότι το έβλεπες και σοβαρά.
-Εσύ το πας φιρί-φιρί να τσακωθούμε σήμερα και όχι τίποτ’ άλλο, αλλά με βλέπω στη θάλασσα… Ακριβώς αυτό είναι το θέμα, ότι εγώ δεν με βλέπω με την κυρα-Κατερίνα. Δεν λέω, τίμια γυναίκα και νοικοκυρά και την αγαπώ, αλλά όχι και να την έχω γυναίκα!
-Μωρέ, για κάτσε, γιατί θα με τρελάνεις! Εντάξει, είναι λίγο μεγάλη, αλλά τι πρόβλημα έχεις κι εσύ; Λεύτερος είσαι κι εσύ λεύτερη είναι κι αυτή, σε ποιον έχετε να δώσετε λόγο;
Ο Λάμπρος δεν αποκρινόταν. Τα γύριζε όλα στο μυαλό του.
-Δίκιο έχεις! Στο κάτω-κάτω, εγώ μεθυσμένος ήμουν κι αυτή μου το ξύπνησε κι όλα τα άλλα να πάνε να κουρεύονται! Αυτό που σκέφτομαι είναι μήπως η ίδια θέλει κάτι άλλο…
-Κι έτσι να ‘ναι, κάνε της εξήγηση.
-Μωρέ, δίκιο έχεις! Μόνο μια χάρη, μη σου ξεφύγει τίποτα σε κανέναν! Ούτε στον Κωσταντή, γιατί μπορεί πάνω στη φούρια του ή σε κάνα χωρατό να ξεφουρνίσει τίποτα.
-Έννοια σου και τον ξέρω τι ‘ναι. Λοιπόν, πάω δίπλα.
Η ώρα περνούσε και τα κοκόρια άρχισαν να λαλούν σ’ ολόκληρη την πόλη. Μαζί τους ξύπνησε και η κυρα-Κατερίνα. Στράφηκε, δεν είδε πλάι της το Λάμπρο. Η ψυχή της σκοτείνιασε. Γιατί έφυγε τόσο νωρίς, γιατί σαν τον κλέφτη; Τόσο κακό να του ‘κανε άραγε; Μα δεν μπορεί, άνοιξε τα μάτια του, την είδε, την αναγνώρισε! Θα το μετάνιωσε, σκέφτηκε. Και τώρα;
Σηκώθηκε κι έκαμε ό,τι έκαμε κάθε μέρα, όπως όλες τις μέρες τα τελευταία δέκα-είκοσι χρόνια. Όνειρο ήταν. Σαν όνειρο ήρθε η ευκαιρία για έναν νέο άντρα, το είδε και τώρα, λίγο πριν την αυγή μάλλον, έφυγε.
Κι όμως κάτι την έτρωγε την ψυχή της. Ενοχή; Όχι, όχι ενοχή! Γιατί άλλωστε; Άντρας ήταν, αν δεν ήθελε, να έλεγε όχι. Κι όμως ήξερε πως αν δεν τον πετύχαινε μεθυσμένο, αυτό δε θα γινόταν ποτέ. Η μόνη ενοχή που ένιωθε ήταν που είχε αφήσει τόσα χρόνια να περάσουν και η νιότη και η ομορφιά της να φύγουν από πάνω της. Ενοχή που δεν το είχε κάνει νωρίτερα, όχι με το Λάμπρο μα με οποιονδήποτε άλλον. Είχε συναντήσει και πολύ καλύτερους στη ζωή της. Πώς τα είχε καταφέρει έτσι; Από ντροπή, από φόβο μην την παρεξηγήσουν, δεν τόλμησε να ποτέ να ψάξει να βρει τον αντικαταστάτη του Γιάννη και τι κατάφερε; Τώρα, να βρίσκεται στερημένη από τις πιο μεγάλες χαρές του ανθρώπου χωρίς παιδιά και χωρίς να μπορεί πια να κάνει παιδιά να νιώθει ακόμη πιο βαριά την ντροπή. Μια ντροπή άλλη, όχι για τον κόσμο, μα για τον έναν.
Δεν ήταν μόνο ενοχή. Κι ένας φόβος τη βασάνιζε. Μήπως ο Λάμπρος τη βρήκε αποκρουστική; Το προηγούμενο βράδυ σίγουρα όχι. Το πρωί όμως; Μπορεί άραγε να τη σιχάθηκε;
Αυτά σκεφτόταν και δεν έβρισκε ησυχία. Μάταια προσπαθούσε να πνίξει τους λογισμούς της στις καθημερινές πράξεις, στη συνήθεια. Ξάφνου, μια σκέψη της ήρθε και την παρέλυσε. Άφησε το φαγητό στη μέση κι έτρεξε στον πάνω όροφο που βρισκόταν το δώμα που νοίκιαζε στο Λάμπρο. Άνοιξε με δύναμη την πόρτα και χύθηκε στο μικρό, στενό χώρο. Ένιωσε μια γλυκιά ησυχία μέσα της. Όχι, δεν την είχε σιχαθεί, αλλιώς θα είχε πάρει τα πράγματά του και θα είχε αναζητήσει ήδη αλλού στέγη. Κατέβηκε πάλι στο μαγειρειό της. Αποφάσισε πως τίποτα πια δεν ωφελούσε. Θα έκανε ό,τι έκανε πάντα, ώσπου να γυρίσει στο σπίτι.
Στο μεταξύ η πόλη είχε ξυπνήσει και οι άνθρωποι και τα ζώα τους την έφερναν ολόκληρη βόλτα κι όλο ξεχύνονταν έξω από αυτήν κι όλο νέοι έρχονταν πίσω. Η πόλη είχε γίνει πια ένα μεγάλο μελίσσι που στριφογυρνούσε και βούιζε όλο φωνές και λαλιές και γλώσσες ανθρώπινες και γκαρίσματα, χλιμιντρίσματα, γαβγίσματα και κελαηδίσματα. Και η κίνηση ποτέ δε σταματούσε. Μπορεί για λίγο να έκοβε σε κάποιο σοκάκι, μα ποτέ δε σταματούσε.
Μαζί μ’ αυτούς που έρχονταν απ’ έξω μπήκαν και δυο νέοι με ένα μουλάρι φορτωμένο μέχρι εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Το κοίταζε ο κόσμος κι έλεγε πως ένα πορτοκάλι ακόμα να ‘χε απάνω του, το ζώο θα γκρεμιζόταν και θα έσκαγε κι όλος ο τόπος θα γέμιζε πραμάτειες από όλα τα γύρω χωριά. Ο ένας, ο λίγο μεγαλύτερος και σκουρότερος, ο Φώτης τραβούσε το μουλάρι κι έβριζε. Α, στο βρισίδι ο Φώτης δύσκολα πιανόταν. Το τι βλαστήμιες του ‘ριχνε… Αφού κάποιες γυναίκες που τον άκουσαν ντράπηκαν τόσο που μπήκαν μέσα στα σπίτια κι αμπαρώθηκαν. Κι αυτός άλλαξε το βλέμμα και σαν να κορδώθηκε με πονηράδα. Πίσω από το μουλάρι και σε κάποια απόσταση μην και του ‘ρθει τίποτα στο κεφάλι ο Χρήστος.
Ο Χρήστος ήταν ένας εικοσιπεντάρης νέος από τη Ζάκυνθο, ο οποίος έφτασε στην Καλαμάτα με ένα εμπορικό που έκανε στάση πριν βγει πάλι στο δρόμο για την πατρίδα του. σταμάτησαν εκεί, κατέβηκαν κι αυτός ήπιε τόσο πολύ που το πλοίο του ξεκίνησε χωρίς αυτόν. Έτσι και ξέμεινε στην Καλαμάτα. Την ίδια κιόλας μέρα όμως έπεσε πάνω στο Φώτη. Αυτός ήταν άνθρωπος πονηρός και τον άρχισε στα λόγια και τον έπεισε όχι μόνο να μείνει μόνιμα εκεί αλλά και να βάλει όλα του τα λεφτά, ό,τι κρατούσε πάνω του, για να αγοράσουν μαζί μισό-μισό ένα μουλάρι και να γίνουνε αγωγιάτες και πραματευτές. Έτσι ο περίεργος αυτός άνθρωπος με την αστεία τραγουδιστή προφορά και το φράγκικο παντελόνι πήρε να αλωνίζει την Καλαμάτα και τα γύρω χωριά.
Από την άλλη, ο Φώτης ήταν πρακτικός, όχι για πολλά νοήματα, και κάπως κουτοπόνηρος. Αρκετές φορές τον είχαν προγκήξει, γιατί προσπαθούσε να πουλήσει την πραμάτεια του με κατεργαριές ή να ψιλοκλέψει τους αγοραστές. Μα αυτό έλεγε είναι το εμπόριο. Έτσι οι δυο τους κόλλησαν μαζί και γυρνούσαν σαν αδέρφια μέρα και νύχτα μαζί.
Μπήκαν στην πόλη και στους δρόμους διαλαλούσαν τα εμπορεύματά τους. Σιγά-σιγά, έφτασαν και στο λιμάνι.
-Καλώς τα δέχτηκες! είπε ο Κωστάνταρος που στεκόταν μπροστά στην πόρτα του μαγαζιού του Λάμπρου κι έκανε να φύγει.
-Πού πας;! Μ’ αφήνεις μόνο μου μ’ αυτούς τους δυο, μωρέ;
-Έννοια σου και θα μου ‘ρθουν και μένα σε λίγο να πιουν κάτι να ξεδιψάσουν, δεν αντέχω να τους ακούω για πολύ, απάντησε κι έφυγε.
-Γεια και χαρά σου, κυρ-Λάμπρο! Τι μου κάνεις;
-Καλά είμαι, ρε Φώτη, όπως τα ξέρεις. Εσείς τι νέα από τα χωριά; Γιατί αργήσατε; Χτες σας περίμενα…
-Καλά, άρχισε πάλι ο καπετάν Αλέκος τις δουλειές του και έχουν μια αναστάτωση.
-Δεν τον ξέρω τον καπετάν Αλέκο, τέλος πάντων.
-Ο καπετάν Αλέκος που λες…
-Δε με νοιάζει, Φώτη, για τον καπετάν Αλέκο.
-Μα ο καπετάν Αλέκος…
-Φώτη, δεν έχω ούτε ώρα ούτε όρεξη για κουβέντες. Πήγαινε πες τα στον Κωστάνταρο παραδίπλα. Δώσε μου τα καρύδια και τα αμύγδαλα που σου ζήτησα να σε πληρώσω να συνεχίσετε κι εσείς τις δουλειές σας.
Οι δυο πραματευτές κοιτάχτηκαν σα να πειράχτηκαν. Ο Φώτης στραβομουτσούνιασε, έλυσε από το μουλάρι τους δυο σακιά και τα απίθωσε χάμω. Κι έδωσε στα χέρια του Λάμπρου ένα χαρτάκι.
-Πόσο;! Φώτη, πλάκα μου κάνετε; Πόσα κιλά μου φέρνεις και τι τιμή είναι αυτή;
-Όσο είπαμε, Λάμπρο!
Ο Λάμπρος κοίταξε καλύτερα τα δυο σακιά. Τράβηξε τη ζυγαριά του και πήγε να τα ανεβάσει.
-Ε, δε μας πιστεύεις, μωρέ Λάμπρο; πετάχτηκε και ο Χρήστος.
-Μωρέ Χρήστο, άνθρωποι είμαστε και κάνουμε λάθη, αλλά είμαστε κι έμποροι και πρέπει να τα αποφεύγουμε.
Ζύγισε, έκανε τον πολλαπλασιασμό του και τους έτριψε τη διαφορά.
-Τόσα σας δίνω και πάει καλά, το ξεχνούμε και πάμε παρακάτω. Ειδάλλως, πάρτε τα και φύγετε και μη μου ξαναφέρετε.
Ο Χρήστος κοίταζε κάτω τα πόδια του. Δεν ήταν για τέτοια πράγματα αυτός. Ούτε πολλαπλασιασμό ήξερε να κάνει ούτε στα λόγια και τις μπαγαποντιές ήτανε καλός. Αυτός ήταν μόνο για φορτώματα, ξεφορτώματα και φωνές. Το ήξερε από μικρός και το είχε πάρει απόφαση. Ο Φώτης φύσηξε-ξεφύσηξε, είπε πως δεν μπορεί, κάποιο
λάθος θα ‘γινε, τα κοίταξε από ‘δω, τα είδε από ‘κει, συμφώνησε.
-Λάμπρο, να ξέρεις πάντως ότι δεν είσαι εντάξει. Να νομίζεις ότι εμείς θέλαμε να σε κλέψουμε.
Ο Λάμπρος ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι. Προτιμούσε χίλιες φορές να του πουν ότι έτσι ήταν και να πάει στο διάολο. Όχι όμως ψευτιές.
-Όχι, Φώτη μου, όχι εσείς οι δυο. Για το Χρήστο αμφιβάλλω, για σένα όχι και τόσο.
-Α, Λάμπρο, όλα κι όλα! Εμένα δε θα μου μιλάς έτσι, είμαι κι απ’ τη Μάνη!
-Άντε στο γεροδιάολο, Φώτη! Ήρθες μες στο μαγαζί μου να με κλέψεις, μου λες ψέματα και θα σε φοβηθώ κιόλας!
Ο Λάμπρος είχε φουντώσει. Άλλη μια φορά τον είχε δει έτσι με ένα πελάτη που του κατέβασε όλο το μαγαζί και τον ζάλιζε μισή ώρα και του έλεγε διάφορα. Τότε, λοιπόν, ο Λάμπρος τον είχε βρίσει και, μόλις εκείνος έκαμε να του απαντήσει, είδε το μελανοδοχείο που είχε στο γραφείο του ο Λάμπρος να του έρχεται στο δόξα πατρί. Το ίδιο μελανοδοχείο κρατούσε τώρα στο δεξί του. Ο Φώτης πήρε τα λεφτά κι έφυγε γρήγορα.
Ο Λάμπρος είχε μάθει να είναι πράος και δεν πολυέδινε σημασία, μα όταν ξεχείλιζε το ποτήρι, δεν ήταν να βλέπει άνθρωπο μπροστά του.
Ο Κωσταντής, που δεν κρατιόταν σε τέτοια θέματα, βγήκε από το καπηλειό του θειου του με δυο ποτηράκια τσικουδιά πριν προλάβουν να μπουν μέσα ο Φώτης κι ο Χρήστος και πήγε στο Λάμπρο όλο χαιρέκακο χαμόγελο.
-Γιατί μου φωνάζεις; Ποιος σε τσαντίζει ήθελα να ‘ξερα να του δείξω εγώ!
-Τι να του δείξεις; Να τον βάλεις να πιει όπως εμένα χθες να μην ξέρει τι κάνει να τραβάει τα μαλλιά του σαν ξενερώσει;
-Γιατί το λες; Τι έκανες εσύ χθες και τραβάς τα μαλλιά σου;
-Τίποτα, μωρέ Κωσταντή, έτσι το λέω. Κουβέντα να γίνεται.
-Για πες, τι σου λέγανε;
-Τίποτα, ο Φώτης ήθελε πάλι τις απατεωνιές του, αλλά δεν του πέρασε. Αυτό που με θύμωσε είναι που, αφού τον ανακάλυψα, αντί να το παραδεχτεί, πήγε να μου βγει και λάδι. Τάχατες ότι έγινε λάθος και θίχτηκε κιόλας. Να μου πει ότι είναι κι απ’ τη Μάνη να τον φοβηθώ.
-Πήρες το μελανοδοχείο πάλι;
-Το πήρα - μη γελάς! Αλήθεια, αυτός είναι όντως από τη Μάνη; Δεν το ‘ξερα…
-Έτσι θαρρώ. Η μάνα του δηλαδή, γιατί ο πατέρας του ήταν από ‘δω, βέρος Καλαματιανός. Αυτά τα ξέρει όμως καλύτερα ο θειος μου, γιατί ρωτάς;
-Τίποτα, μωρέ Κωσταντή. Θυμούμαι τον πατέρα μου που έλεγε να πάμε στη Μάνη, μακριά απ’ τους Τούρκους και στο δρόμο το βρήκαμε από τους Αλβανούς.
-Τι τα θες; Όλο αναποδιές είναι η ζωή, μα νέοι είμαστε ακόμα, θα δούμε κι άλλες, είπε και τσούγκρισε επιτέλους το ποτήρι.
Τα ΄πιανε μονορούφι.
Κάπως έτσι πέρασε κι εκείνη η μέρα κι ήλιος πήρε να βασιλεύει. Ο Φάνης κοίταξε τα καινούρια κουδούνια που έφτιαχνε δυο μέρες σχεδόν τώρα, τα είδε εντάξει, τα άκουσε εντάξει και κρέμασε τα εργαλεία του. Πήγε δίπλα, στου Λάμπρου.
-Τι κάνεις, μωρέ Λάμπρο ακόμα εδώ; Ποιον περιμένεις και δεν έχεις μαζέψει τίποτα;
-Κανέναν. Τον εαυτό μου μόνο περιμένω να το πάρει απόφαση να κινήσω για το σπίτι. Πώς θα τη δω την κυρα-Κατερίνα; Πώς να την κοιτάξω στα μάτια; Τι να της πω;
-Έλα τώρα, φίλε μου, μην απελπίζεσαι. Τι άντρας είσαι συ; του είπε να τον πάρει στο φιλότιμο.
-Φάνη, εγώ χρόνια πέρασα μέσα στο μοναστήρι. Τις γυναίκες τις ξέρω μόνο από λόγια άλλων. Μα δίκιο έχεις. Βουρ με τα μούτρα κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει!
-Έτσι σε θέλω! Άντε να βάλω κι ένα χεράκι να τελειώνεις.
-Όχι- όχι, άσε, θα τα μαζέψω εγώ που ξέρω πού πάει το καθένα, του απάντησε και του έκλεισε το μάτι.
Σε λίγο χαιρετούσε και θείο κι ανιψιό και κινούσε για το σπίτι. Η κυρα-Κατερίνα, είχε ανάψει το τζάκι της και καθόταν δίπλα να ζεσταίνεται. Ήταν όλο ανησυχία και περίμενε το Λάμπρο να φανεί. Άκουσε την πόρτα, τινάχτηκε. Όχι, δεν έπρεπε να βγει. Αν ήθελε, να κόπιαζε αυτός. Κι ευθύς μόλις το σκέφτηκε, η πόρτα της χτύπησε.
Η κυρα-Κατερίνα άνοιξε την πόρτα και αντίκρυσε το Λάμπρο στο κατώφλι της να κοιτάζει αμήχανα. Έκανε τόπο να περάσει και τον κάλεσε με τα μάτια. Οι δυο καρδιές χτυπούσαν να σπάσουν.
-Δεν ήρθες καθόλου το μεσημέρι, του είπε. Θα πεινάς. Σου έχω κρατήσει λίγο, να στρώσω;
-Κυρα- Κατερίνα, δεν ήρθα εδώ για φαΐ απόψε. Ήρθα περισσότερο για να μιλήσουμε…
-Έλα, μη στεκόμαστε εδώ. Πάμε δίπλα στο τζάκι να ζεσταθούμε.
Κάθισαν δίπλα-δίπλα στον καναπέ. Ο Λάμπρος κοιτούσε γύρω του και περιεργαζόταν όλο το σπίτι σαν να μην είχε ξαναπατήσει ποτέ εκεί μέσα. Τώρα μόνο έβλεπε όλα τα σκαλίσματα που υπήρχαν στον καναπέ, στις καρέκλες, στο κρεβάτι. Λογιών-λογιών φυτά, λουλούδια, αμπέλια, δέντρα και μέλισσες, λαγοί, ελάφια, όλα σε ζευγάρια. Πήρε μια βαθειά ανάσα.
-Ήρθα σήμερα να μιλήσουμε σχετικά με τα χθεσινά. Εγώ, χωρίς να θέλω να πετάξω τις ευθύνες μου, δε θυμούμαι και πολλά. Λυπούμαι ειλικρινά αν έκανα κάτι που δεν ήθελες ή αν σε έβαλα να κάνεις κάτι που δεν ήθελες.
Η κυρα-Κατερίνα τον κοιτούσε έτσι που είχε καρφωμένα στο πάτωμα τα ντροπαλά του μάτια και της φάνηκε πιο όμορφος από ποτέ.
-Όχι, Λάμπρο, δεν έγινε τίποτα τέτοιο. Απλώς νόμιζα ότι ήθελες κι εσύ, όπως κι εγώ. Αν σε πείραξε τόσο, κάνε όπως νομίζεις.
-Όχι- όχι! Δε με πείραξε, είπε κι ευθύς, σηκώνοντας τα μάτια πρώτη φορά είδε το πρόσωπο της κυρα-Κατερίνας ακριβώς μπροστά του. Και σκέφτομαι ότι δεν κάναμε και κάτι κακό, αφού και οι δυο μας θέλαμε και περάσαμε ωραία. Λογαριασμό δεν έχουμε να δώσουμε σε κανέναν! είπε και σηκώθηκε πάνω. Ένιωθε τώρα ένα φούντωμα μέσα του. Ξαφνικά, τώρα μόλις, ένιωσε να αντρειώνεται και να ‘ναι έτοιμος για όλα.
Η κυρα-Κατερίνα τον κοίταξε. Ο Λάμπρος φαινόταν κιόλας διαφορετικός. Κάτι ξύπνησε μέσα της. Σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα του. Ο Λάμπρος στράφηκε, τα βλέμματά τους συναντήθηκαν κι αμέσως την άρπαξε από τη μέση. Φιλήθηκαν και, χτυπώντας στα διάφορα έπιπλα του σπιτιού, έφτασαν στο κρεβάτι, όπου έβγαλαν όλη τους την ορμή. Η γυναίκα που τόσον καιρό κρατιόταν και ο νέος που γινόταν όλο και πιο πολύ άντρας.
Το πρωί ξύπνησαν παρέα. Κοιτάχτηκαν χωρίς να μιλούν
-Θέλω να ‘μαι καθαρός, είπε τελικά ο Λάμπρος. Κυρα-Κατερίνα, δεν είναι πως δε σε θέλω ή πως δε σ’ εκτιμώ, αλλά δε θέλω γάμο.
Εκείνη γέλασε.
-Λαμπράκη μου, ούτε εγώ. Θα μπορούσες να είσαι γιος μου, ντροπή να μας δει έτσι ο κόσμος. Αυτά σκεφτόμουν χθες όλη μέρα.
-Όχι, κυρα-Κατερίνα. Ντροπή δεν είναι να είναι ένας άντρας και μια γυναίκα μαζί, όποιοι κι αν είναι. Εγώ δεν το είπα γι’ αυτό και βγαίνω έξω να το φωνάξω σ’ όλη την πόλη αν νομίζεις.
-Σώπα, Λαμπράκη μου. Άκου που σου λέω, μεγαλύτερη είμαι εγώ και ξέρω. Κι ούτε λέω πως δεν είσαι αρκετά άντρας για μένα, μα καλό είναι να μείνει έτσι μυστικό. Έτσι θα προστατέψουμε ό,τι έχουμε και δε θα μας πιάσει ο κόσμος στο στόμα του. Ο κόσμος ο πολύς είναι κακός. Εμένα θα με πουν πουτάνα τώρα που μεγάλωσα και για εσένα θα πουν πως το κάνεις για να μένεις και να τρως τζάμπα. Άκου που σου λέω. Μόνο εδώ, κρυμμένοι σ’ αυτούς τους τοίχους μπορούμε να κρατήσουμε αυτό που εδώ γεννήθηκε - όχι, δε γεννήθηκε, εμείς το γεννήσαμε, ο καθένας μας για τον εαυτό του - και να το αφήσουμε εδώ νεκρό, όπως αρμόζει στη ζωή, όταν ένας απ’ τους δυο μας φύγει.
Ο Λάμπρος την κοίταζε τώρα με θαυμασμό. Αυτή ήταν μια άλλη γυναίκα, όχι η σπιτονοικοκυρά που είχε γνωρίσει ένα χρόνο πριν. Όχι αυτή που ήταν δυο μέρες πριν. Ξαναγκαλιάστηκαν κι ενώθηκαν ξανά.
Την επομένη, ο Λάμπρος σηκώθηκε για το μαγαζί του. Άνοιξε την πόρτα κι αισθάνθηκε όλη την αυλή να ευωδιά από τα λουλούδια της κυρα-Κατερίνας που ποτέ δεν έμαθε και μάλλον ποτέ δε θα μάθαινε. Κι αν δεν ήταν ανθισμένα, αυτός τα μύριζε. Η ένωση και το ξεκαθάρισμα που έγινε είχαν σπάσει όλα τα δεσμά που τον είχαν ζώσει την προηγούμενη μέρα.
-Άργησες σήμερα! άκουσε καθώς περνούσε έξω από το σιδεράδικο.
Ο Λάμπρος μπήκε μέσα.
-Αλλαγμένος μου φαίνεσαι, φίλε, τι έγινε;
-Όλα κανονίστηκαν και μη ρωτάς τίποτ’ άλλο.
Κοιτάχτηκαν και συνεννοήθηκαν. Για το Φάνη, ο Λάμπρος έδειχνε καλά κι αυτό έφτανε. Δε ρώτησε ξανά, μόνο κατάλαβε. Κατάλαβε κι ότι δεν έπρεπε να ανοίξει ξανά το στόμα του.
Κατά το μεσημέρι, ο Λάμπρος έκλεισε την πόρτα του μαγαζιού. Είχε αποφασίσει να πάει μέχρι το σπίτι. Αισθανόταν περίεργα. Δεν ήταν έρωτας, μα του τριγύριζε τα μυαλά. Όχι, έρωτας δεν ήταν, μόνο πόθος για γυναικείο κορμί.
-Πείνασα. Θα έρθω ξανά το απόγευμα, είπε κι έφυγε γρήγορα.
Στο σπίτι, βρήκε την κυρα-Κατερίνα. Μόλις είχε ετοιμάσει το φαγητό. Πριν προλάβει να μιλήσει, τα δυο κορμιά είχαν και πάλι ενωθεί.
Έτσι περνούσαν οι τελευταίες μέρες και ο Λάμπρος ήταν συνεχώς κεφάτος. Τα αστεία και τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν μέσα στην παρέα. Ο Κωστάνταρος είχε αρχίσει να υποψιάζεται τα μεσημεριανά γεύματα, αλλά δεν του μιλούσε. Δική του δουλειά δεν ήταν.
Μια μέρα, περνούσαν από το λιμάνι ο Φώτης κι ο Χρήστος. Ο Λάμπρος τους είδε. Έκανε να μπει προς τα μέσα, δεν είχε όρεξη να τους μιλήσει. Κι αυτοί τον είδαν και χαμήλωσαν το βλέμμα. Ήξεραν κι οι δυο πως είχε δίκιο και πως όταν είχε δίκιο ήταν σκληρός. Ο Λάμπρος όμως ντράπηκε.
-Ε, Φώτη! Χρήστο! Κοπιάστε!
Αυτοί κοιτάχτηκαν και κίνησαν αμέσως στο μέρος του. Με το βλέμμα του έδειξε το καπηλειό του Κωστάνταρου. Στάθηκε στην είσοδο.
-Τι κάνεις, κυρ-Λάμπρο; είπε μαζεμένα ο Χρήστος.
-Ε όχι και «κυρ- Λάμπρο», ρε Χρήστο! Ίδια ηλικία έχουμε! Μπείτε μέσα.
Έκανε νόημα στον Κωσταντή. Έστρωσε σε ένα τραπέζι τρία ποτήρια. Κάθισαν.
-Φώτη, άκου. Τις προάλλες πολύ με θύμωσες. Μη μιλήσεις! Ξέρουμε καλά κι οι δυο τι έγινε, μα ας το ξεχάσουμε. Μη μου ξανακάνεις όμως τίποτα, γιατί θα τα χαλάσουμε άσχημα. Και μη μου ξαναφωνάξεις ότι είσ’ απ’ τη Μάνη, γιατί δεν έχει μόνο η Μάνη άντρες. Σ’ το λέω και τέλειωσε. Ας πιούμε να τα ξεχάσουμε.
Ο Φώτης σήκωσε τα μάτια του στου Λάμπρου. Τον κοίταξε για λίγο και τσούγκρισε το ποτήρι του στο δικό του. Ήπιαν και ξανάπιανε. Είχαν πια συνεννοηθεί.

Αξιολογήσεις

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να κάνετε μια αξιολόγηση Συνδεθείτε εδώ